Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Η ‘’Αξία’’ των Βιολογικών Προϊόντων

Γιατί να βάλω στη διατροφή μου, τα βιολογικά προϊόντα; Έχουν κάποια ποιοτικά χαρακτηριστικά που τα διαφοροποιούν από τα αντίστοιχα συμβατικά; Γιατί είναι ακριβότερα;
Αυτές είναι μόνο κάποιες από τις απορίες, τις οποίες εκφράζει ο κάθε καταναλωτής ‘’που ψάχνει’’ τη διατροφή του. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να δώσουμε κάποιες απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα, ξεκινώντας όμως από το τέλος.

Είναι πράγματι ακριβότερα τα βιολογικά προϊόντα;
Επιλέγοντας σαν μέτρο σύγκρισης, την ονομαστική τους τιμή, θα μπορούσαμε να πούμε με μεγάλη
ευκολία, Ναι. Τα βιολογικά προϊόντα είναι ακριβότερα σε σχέση με τα αντίστοιχα συμβατικά κατά 30 – 50% ή και περισσότερο μερικές φορές (κυρίως όταν είναι εισαγόμενα ή όταν η προσφορά για κάποια από αυτά είναι αρκετά μικρή, ενώ η ζήτηση μεγάλη).

Ας αντιστρέψουμε όμως την ερώτηση.
Είναι πράγματι φθηνότερα τα συμβατικά ;
Η απάντηση είναι μάλλον Όχι. Αυτό οφείλεται στο ότι, στην ονομαστική τιμή των συμβατικών προϊόντων δεν εμπεριέχονται όλα τα κόστη, τα οποία καλύπτονται έμμεσα από τον Εθνικό προϋπολογισμό και κατ’ επέκταση από όλους εμάς δια μέσω της  φορολογίας μας.
  • Το κόστος της απορρύπανσης των εδαφών και ιδιαίτερα των υδάτων (λόγω της χρήσης των λιπασμάτων και των φυτοφαρμάκων), καλύπτεται εν μέρει από τον Εθνικό προϋπολογισμό.  Σύμφωνα με στοιχεία του  FAO (Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών), η συμβατική γεωργία, ρυπαίνει το περιβάλλον με νιτρικά κατά  40-64% περισσότερο από την βιολογική.
  • Το κόστος της απόσυρσης αρκετών αγροτικών προϊόντων και η ταφή τους στις χωματερές (λόγω της υπερπαραγωγής που επιτυγχάνεται με την χρήση των χημικών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων) καλύπτεται και αυτό εν μέρη από τον Εθνικό προϋπολογισμό. Το οξύμωρο σε αυτή την  περίπτωση είναι,  ότι τα προϊόντα που αποσύρονται και στην συνέχεια θάβονται, έχουν καλλιεργηθεί κανονικά και έχουν συνεισφέρει στην επιβάρυνση του περιβάλλοντος, στην κατανάλωση ενέργειας, κ.λ.π.
  • Το κόστος των μεγαλύτερων ποσοτήτων ενέργειας,  που απαιτείται για την παραγωγή τους, επιβαρύνει και αυτό τόσο τον Εθνικό προϋπολογισμό όσο και την ενεργειακή πολιτική της χώρας.  Τα χημικά λιπάσματα και τα φυτοφάρμακα για να παραχθούν απαιτείται ενέργεια, οι πολλαπλές και βαθιές κατεργασίες του εδάφους απαιτούν ενέργεια,  τα μεγάλα και ενεργοβόρα αρδευτικά συστήματα και τα θερμοκήπια που λειτουργούν σε μη ενδεδειγμένες περιοχές, για να λειτουργήσουν απαιτούν και αυτά ενέργεια.
  • Πάντα σύμφωνα με τον FAO, η κατανάλωση ενέργειας στην συμβατική γεωργία, φθάνει έως και 69% παραπάνω από ότι στην βιολογική.
  • Οι μεγαλύτερες ποσότητες νερού που καταναλώνονται για την παραγωγή τους, μειώνουν τα υπάρχοντα αποθέματα και καλείται η Πολιτεία με διάφορες παρεμβάσεις (που έχουν και αυτές το κόστος τους) να καλύψει τις ανάγκες του αστικού πληθυσμού σε νερό
  • Η διατάραξη της οικολογικής ισορροπίας και της βιοποικιλότητας, από την χρήση των αγροχημικών, δημιουργεί την ανάγκη ειδικών παρεμβάσεων (που έχουν και αυτές το κόστος τους) από την Πολιτεία, για την αποκατάστασή τους. Και άλλα πολλά.
Αν όλα τα παραπάνω κόστη, ποσοτικοποιηθούν και προστεθούν στην ονομαστική τιμή των συμβατικών προϊόντων, τότε θα δούμε,  ότι η πραγματική τιμή τους μάλλον είναι υψηλότερη και όχι χαμηλότερη από τα αντίστοιχα βιολογικά. Προχωρώντας όμως ακόμη περισσότερο και συνυπολογίζοντας και τα ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά των βιολογικών προϊόντων που θα αναλύσουμε παρακάτω, τότε η ψαλίδα ανοίγει ακόμα περισσότερο εις βάρος των συμβατικών.

Ποια είναι λοιπόν αυτά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, που κάνουν τα βιολογικά προϊόντα να υπερέχουν σε σχέση με τα αντίστοιχα συμβατικά; 
  • Λόγω της μη χρήσης αγροχημικών στην καλλιέργεια, τα παραγόμενα βιολογικά προϊόντα είναι απαλλαγμένα από υπολείμματα φυτοφαρμάκων, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για την υγεία των παραγωγών και των καταναλωτών. 
  • Λόγω της μη χρήσης, κατά την παραγωγική διαδικασία, αλλά  και κατά τη μεταποίηση τους, γενετικά τροποποιημένων οργανισμών ή παραγώγων αυτών, τα βιολογικά προϊόντα είναι τα μοναδικά πιστοποιημένα ‘’GMO free’’ προϊόντα, με κέρδος για την υγεία (π.χ. αλλεργίες) των παραγωγών και των καταναλωτών.
  • Τα δύο παραπάνω χαρακτηριστικά, επειδή έχουν να κάνουν με την ανθρώπινη υγεία - η αξία της οποίας είναι ανεκτίμητη -, είναι αδύνατον να κοστολογηθούν και κατά  τη γνώμη μου, αρκούν από μόνα τους για να πειστεί και ο δύσπιστος καταναλωτής, στο γιατί πρέπει να βάλει στην διατροφή του τα βιολογικά προϊόντα.
  • Από τις μελέτες που έχουν πραγματοποιήσει, διάφορα Ερευνητικά Ιδρύματα, Ινστιτούτα, Πανεπιστήμια, κ.λ.π. του εξωτερικού,  μας δείχνουν ότι τα βιολογικά προϊόντα έχουν μία μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε θρεπτικά συστατικά και μία μικρότερη περιεκτικότητα σε νερό. 
  • Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1984 στο κρατικό πανεπιστήμιο Rutgers της πολιτείας του  New Jersey, Η.Π.Α.,  οι βιολογικές τομάτες  περιέχουν 30% λιγότερο νερό σε σχέση με τις αντίστοιχες συμβατικές. 
  • Σύμφωνα με τον Pither C Hall A, (Memorandum tecnico n. 597, Ερευνητικός σταθμός Campden, Μ. Βρετανία, 1990) η βιολογική ντομάτα έχει 21,1% περισσότερη βιταμίνη C και 34,3% περισσότερη βιταμίνη Α, σε σχέση με την αντίστοιχη συμβατική.
  • Σύμφωνα με τον Shuphan, (Ερευνητικό Ινστιτούτο για την  ποιότητα των φυτικών προϊόντων, Heisenheim, Γερμανία, 2001), τα βιολογικά προϊόντα  περιέχουν 26 % λιγότερο νερό, 18% περισσότερες πρωτεΐνες, 19% περισσότερα ολικά ζάχαρα, 13-18% περισσότερο κάλιο, 10-56% περισσότερο ασβέστιο, 6-13% περισσότερο φώσφορο, 29-77% περισσότερο σίδηρο, 49% περισσότερο μαγνήσιο και 69-97% λιγότερα νιτρικά.
  • Σύμφωνα με ερευνητικό πρόγράμμα, του πανεπιστημίου Hohenheim της Γερμανίας (2006), οι βιολογικές ντομάτες, περιέχουν περισσότερη ξηρά ουσία, ζάχαρα, βιταμίνη C, β-καροτίνη και φλαβονοειδή σε σχέση με τις αντίστοιχες συμβατικές.
  • Σύμφωνα με μια τελευταία έρευνα (2006) που πραγματοποίησαν Αμερικάνοι επιστήμονες του  πανεπιστημίου του Τέξας, φαίνονται καθαρά τα αποτελέσματα που έχει επιφέρει στα προϊόντα διατροφής, ο συμβατικός τρόπος παραγωγής. Η έρευνα έδειξε, ότι η περιεκτικότητα σε ασβέστιο, πρωτεΐνες, βιταμίνη C, σίδηρο, κάλλιο και ριβοφλαβίνη, των φρούτων καιτωνλαχανικών, μειώθηκε αισθητά ξεκινώντας από το 1950, με μία μεγάλη μείωση της τάξης του 40% τα τελευταία 20 χρόνια.
Τα φρούτα είναι πια πιο πλούσια σε νερό και σε ινώδη ιστό, ενώ ταυτόχρονα μειώνεται η περιεκτικότητά τους σε βιταμίνες και άλλα θρεπτικά συστατικά.  
Μεταξύ των αιτιών που προκάλεσαν τη μείωση των θρεπτικών συστατικών σε φρούτα και λαχανικά, είναι η υπερεκμετάλλευση του εδάφους η χρήση των χημικών λιπασμάτων, οι κλιματικές αλλαγές και η αύξηση του επιπέδου του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα.

Γράφει ο Ηλίας Κάνταρος, Γεωπόνος
πηγή: www.mednutrition.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...